διαφώσκω Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape διαφώσκω, Ion. for διαφαύσκω. διαφώσκω v. διαφαύσκω. διαφώσκω, v. διαφαύσκω. διαφώσκω Ion. voor διαφαύσκω. διαφώσκω, = διαφαύσκω ; ἅμʼ ἡμέρῃ διαφωσκούσῃ, mit Tagesanbruch, Her. 3.86, 9.45 ; ἡμέρας διαφωσκούσης, DS. 18.72.