διαχαίνω
1 abrirse, agrietarse
ἀρτίσκον
ὁ στρογγύλος ὁ ὑποκάτω τοῦ ἄνθους
ἡ οἰκοδομή, κἂν μικρὸν διαχάνῃ
ὥστε μὴ διαχαίνειν τὸ μεταξὺ τοῦ πρέμνου καὶ τοῦ κλήματος
• tb. en v. med.-pas.
(ὡς εἰπεῖν) διαχῆναι τὴν γῆν
2 fig. abrirse, dirigirse
πρὸς τοῦτο (τὸ σῶμα) διαχαίνοντες
δια·χαίνω (ao. 2 διέχανον, pf. διακέχηνα) s’entr’ouvrir, Plut. M. 976b.
διαχαίνω, auseinanderklaffen, den Mund öffnen ; διακεχηνυῖα, Plut. Sol. an. 30 ; διαχανόντες, 23.