About Report a problem

Menu

διαφύσσω

διαφύσσω, to draw off

διᾰφύσσω, aor. -ήφῠσα,
  • draw continually, οἶνον διαφυσσόμενον Od. 16.110.
    • II draw away, tear away, πολλὸν δὲ διήφυσε σαρκὸς ὀδόντι 19.450; διὰ δʼ ἔντερα χαλκὸς ἤφυσʼ Il. 13.508.
    • III draw out, χίμετλα Nic. Th. 682.

Saved

Recent