θεραπηΐη Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape θερᾰπ-ηΐη, ἡ, Ion. for θεραπεία (q.v.):—also θεραπηΐας: βωμολοχίας, Hsch. θεραπηΐη, v. θεραπεία. θεραπηΐη -ης, ἡ Ion. voor θεραπεία. θεραπηΐη, ἡ, ion., = θεραπεία, Dienerschaft.