διαμάσησις
διαμάσησις, chewing up
διαμᾰσ-ησις, εως, ἡ,
- chewing up, Dsc. 1.18.
masticación
κάλαμος ἀρωματικὸς ... ἔν τε τῇ διαμασήσει γλίσχρος
δ. φλέγμα ἀνάγουσα
διαμάσησις, εως (ἡ) [μᾰ] mastication, Diosc. 1, 17 ; 5, 84.
Étym. διαμασάω.
διαμάσησις, ἡ, das Zerkauen, Sp.