διαμάσσω
διαμάσσω, to knead thoroughly, knead well
διαμάσσω, Att. διαμάττω,
- bake to a turn, μαζίσκας - μεμαγμένας Ar. Eq. 1105: metaph., λόγον δ. Id. Av. 463.
1 amasar en v. pas.
μαζίσκας γε διαμεμαγμένας
2 restregar, frotar para limpiar, en v. pas., Hsch.s.u.
• fig. sobar, dar vueltas
λόγον
δια·μάσσω, att. -μάττω, pétrir avec soin, Ar. Eq. 1105 (part. pf. pass. -μεμαγμένας) ; Av. 463.
Étym. prés. -μάττειν.
διαμάσσω, durchkneten (διαφυρᾶν τὰ ἄλφιτα πρὸς τὸ ποιῆσαι μάζας, VLL); μαζίσκαι διαμεμαγμέναι Ar. Eq. 1101 ; übertr., λόγον Av. 463.
διαμάσσω
Attic -μάττω
fut. -ξω
- to knead thoroughly, knead well, Ar.