διαμασητός
διαμασητός, fit for chewing
διαμᾰσ-ητός, ή, όν,
- fit for chewing, Hp. Aff. 4.
διαμασητός, ή, όν [μᾰ] mâché, Hpc. 517, 9.
Étym. vb. de διαμασάω.
διαμασητός, zerkaut, Hippocr.
διαμασητός, fit for chewing