διαπλύνω
διαπλύνω, strengthd. for πλύνω, Ar. Fr. 686.
1 lavar
τὸν σαπέρδην
τὸ ὕδωρ τὸ ... διαπλῦνον αὐτήν (τὴν γῆν)
τὰ κατὰ γαστέρα καὶ ἔντερα
2 fig. desgastar, agotar
τὸν ἡμέτερον ἰδιωτισμόν
δια·πλύνω (seul. ao. inf. -πλῦναι) laver à fond, Ar. fr. 546.
διαπλύνω, verstärktes πλύνω, Ar. bei Poll. 6.49.