Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διαπλάττω
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διαπιαίνω
διαπιδάω
διαπίδυσις
διαπιδύω
διαπιέζω
διαπιθανεύομαι
διαπιθηκίζω
διαπικραίνομαι
διαπικραίνω
διάπικρος
διαπίμελος
διαπίμπλημι
διαπίμπρημι
διαπίνω
διαπιπράσκω
διαπίπτω
διάπισμα
διαπιστεύω
διαπιστέω
διαπιστόομαι
διαπίτναμι
διαπλακόω
διαπλανάω
διάπλαξις
διάπλασις
διάπλασμα
διαπλασμός
διαπλάσσω
διαπλάστης
διαπλαστικός
διαπλάττω
διαπλατύνω
διάπλεα
διάπλεγμα
διαπλέκω
διάπλεος
διαπλευρισμός
διαπλέω
διάπλεως
διαπληκτίζομαι
διαπληκτικός
διαπλήκτισις
διαπληκτισμός
διαπλήρης
διαπληρόω
διαπλήρωσις
διαπλήσσω
διαπλίσσομαι
διαπλίσσω
διαπλοκή
διαπλόκινος
διάπλοκος
διάπλοος
διάπλους
διάπλουτος
διαπλόω
διαπλύνω
διαπλωΐζομαι
διαπλώϊσις
διαπλώω
διαπνείω
…
διαπλάττω
Save
Grieks Nederlands
δια-πλάττω,
Ion.
διαπλάσσω,
kneden, vormen.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}