διαπλάσσω
διαπλάσσω, to form completely, mould
- form, mould, ζῷα Ph. 1.15; ὕλην, ἄρτον, σῶμα, Plu. Def.orac. 2.427b, Pyth. 401f, Him. Or. 14.13; διανοήματα ῥυθμοῖς Jul. Or. 2.78d: metaph., ἐπίνοια J. BJ 7.8.1; δ. τῷ λόγῳ Ael. VH 3.1:— Pass., τέτταρσι διαπλασθέντα προσώποις μῦθον AP 9.542 (Crin.); δ. τὰ μόρια [τοῦ ἐμβρύου] Arist. GA 740a36, cf. Epicur. Ep. 2 p.38 U.: metaph., to be concocted, invented, PMonac. 6.47 (vi A.D.).
- II plaster, πηλῷ Thphr. HP 4.15.2.
- III Medic., reshape a broken nose, Heliod. ap. Orib. 48.33.5, Gal. 18(1).479.
I tr.
1 ref. a materia inerte moldear, modelar
φθόεις
ἄρτους
ἐκ τῶν φυκίων οἷον νεοττιὰν διαπλασάμεναι
• abs. moldear una pasta o masa
πηλῷ
• fig. c. compl. de abstr.
ἤθη ... διαπλάσαι
κακίας ἔργον ... ἐπινοίᾳ
ἄτοπον διάθεσιν
τὰ ὑμῶν αὐτῶν διανοήματα ... ἡδίστοις ῥυθμοῖς καὶ σχήμασιν
τὸν λόγον
σχῆμα καὶ βλέμμα
ἡ μὲν γὰρ ψυχὴ ἡ διαπλαττομένη ἀθάνατος ὑπ' αὐτοῦ
• inventar, crear
τὰ τοιαῦτα
τέτταρσι διαπλασθέντα προσώποις μῦθον
una pieza creada para cuatro personajesτὸ ὅλον πρὸς τὸ κεχαρισμένον τῷ διώκοντι μέρει
que toda la historia había sido inventada para complacer a la parte demandante
2 ref. al ser vivo dar forma, configurar
(τὰ ζῷα)
τὴν ὕλην
σῶμα ... πρὸς τὴν ἑαυτῆς φύσιν
τὸ ῥῆμα τοῦ Θεοῦ τὸν Ἰσαὰκ διέπλασέ τε καὶ ἐγέννησε
ὁ παιδοτρίβης ... διαπλάσσων τὸν μανθάνοντα
• gener. crear
ζῷα δ. ἔδοξε τῷ δημιουργῷ
διαπλασθείσης τῆς γυναικός
τὰ ὄργανα παρὰ τοῦ δημιουργοῦ διαπέπλασται
3 cirug. hacer la coaptación, colocar en la posición correcta
τὸ κατεαγὸς μέρος τῆς ῥινός
ἡ μονὴ τοῦ διαπεπλασμένου μυκτῆρος
II intr. en v. med.-pas. configurarse, tomar forma
τὰ μόρια κατὰ τὰ μόρια τῆς ἐχούσης
ἥλιός τε καὶ σελήνη καὶ τὰ λοιπὰ ἄστρα
τὸ μὲν ἐκ γῆς διαπλασθὲν σῶμα
τὸ βρέφος ἤδη συνιστάμενον καὶ διαπλαττόμενον
Bei Aerzten, wieder einrichten, einrenken.
- to form completely, mould, Plut., etc.