διαπλόκινος
δια-πλόκινος, ον,
- = sq., σκάφιον Str. 17.1.50.
trenzado, entretejido
σκάφιον
διαπλόκινος, ος, ον, entrelacé, natté, Str. 818.
Étym. διάπλοκος.
διαπλόκινος, = διάπλοκος, Strab. XVII p. 818.