διαπληκτίζομαι
διαπληκτίζομαι, to spar with, skirmish with
- spar, LXX Ex. 2.13; τινί Luc. Anach. 11: generally, skirmish with, ἱππεῦσι Plu. Luc. 31: metaph., wrangle, δ. τοῖς γυναίοις Id. Tim. 14; πρὸς γύναιον Id. Amat. 2.760a, cf. Agath. 2.29: c. dat. modi, δ. τοῖς σκώμμασι Plu. Sull. 2:—late in Act., Horap. 1.70.
1 pelearse, pegarse, agredirse
δύο ἄνδρας Ἐβραίους διαπληκτιζομένους
παιομένους καὶ διαπληκτιζομένους ἀνθρώπους
διαπληκτιζόμενοι
contendientesὥσπερ ἐπὶ σκηνῆς τοῖς θεαταῖς
• c. dat. instrum. mantener escaramuzas, enzarzarse en una pelea
ἀκροβολισμοῖς
τοῖς ἱππεῦσι
τῇ οὐρᾷ τῇ ἑαυτοῦ
• fig.
τοῖς σκώμμασι
ἀπὸ νευμάτων πρὸς τὸ γύναιον
2 mantener una disputa, reñir con
τοῖς ... γυναίοις
τοῖς βασιλεῦσι
ῥήτορσιν
<πρὸς> τοιοῦτο
αἰσχρὸν ... δ.
- Dep. to spar with, skirmish with, τινι Plut., Luc.