διαπλέκω
διαπλέκω, to interweave, to weave together, plait
- weave, plait, σάνδαλα h.Merc. 80; opp. διαλύω, Hdt. 4.67; τὰ τὸν ὄσχεον διαπλέκοντα σώματα Paul.Aeg. 6.62: metaph., θρῆνον δ. Pi. P. 12.8; ἀγὰν πάγχυ δ. to try every twist, wind all ways, ib. 2.82:—Med., διαπλέξασθαι κόμας plait oneʼs hair, Aristaenet. 1.25: —Pass., ψυχὴ διαπλακεῖσα interwoven [with matter] . ., Pl. Ti. 36e, cf. Plot. 1.1.3.
- II metaph., διαπλέξαντος τὸν βίον εὖ finish the web of oneʼs life, Hdt. 5.92.ζʹ; δ. βίοτον λιπαρῷ γήραϊ Pi. N. 7.99; ἁμέραν prob. in Alcm. 23.38; ἀσκητικόν τινα βίον Pl. Lg. 806a, cf. Com.Adesp. 231: without βίον, δ. ζῶν ἡδέως Ar. Av. 754.
I
1 tejer, entretejer, trenzar
σάνδαλα
τὴν φιλύρην ... ἐν τοῖσι δακτύλοισι
τῶν ῥάβδων τὰς λεπτοτάτας ... δικτύου τρόπῳ
(αἱ μέλισσαι) ἡδὺ μὲν ἐφήμερον δὲ καὶ ἄκαρπον ἔργον
τὴν ἑλίκων οὐλότητα
τὴν νεοττιάν
τὰ τὸν ὄσχεον διαπλέκοντα σώματα
los cuerpos que entretejen la bolsa testicularπέλτας μικρὰς ... διαπεπλεγμένας νεύροις
ἐκ φοινικίνων σχιζῶν διαπλεκομένων
κάλαμοι πυκνοὶ καὶ πρὸς ἀλλήλους διαπεπλεγμένοι
τρίχες δὲ τῶν ἵππων
• en v. med. trenzarse uno mismo
τὰς τῆς κεφαλῆς τρίχας
2 entrelazar
πολλοῖσι φλεβίοισι τὰς πλευρὰς διαπέπλοχε
τοὺς δὲ αὐχένας ... εἰς βρόχον σκολιόν
ἡ δ' (ψυχή) ἐκ μέσου πρὸς τὸν ἔσχατον οὐρανὸν πάντῃ διαπλακεῖσα
τὰ σκέλεα ... διαπεπλεγμένα
ἄμπελοι ... διαπεπλεγμέναι
• entremezclar
(ἡ τροφή) πᾶσι τοῖσι μέλεσι διαπλακεῖσα
3 en cont. milit. asaltar, acometer
τὸν στρατόν
τὰ γὰρ δυσφύλακτα τῶν παλαισμάτων τοῖς βεβλαμμένοις τῶν μερῶν διαπλέκων
II fig.
1 c. palabras que significan ‘tiempo’ entretejer, pasar el tiempo, vivir
ἁμέραν [δι]απλέκει ἄκλαυτος
βίοτον ... διαπλέκοις εὐδαίμον' ἐόντα
διαπλέξαντος τὸν βίον εὖ
μετ' ὀρνίθων ... διαπλέκειν ζῶν ἡδέως τὸ λοιπόν
pasar el resto de la vida agradablemente entre las avesἐπὶ τοῖς παροῦσι τὸν βίον διάπλεκε
vive tu vida según las circunstanciasἀσκητικὸν δή τινα βίον
2 tramar, urdir
ἄταν
αἰνιγματωδῶς ... τὰ πράγματα
μηχανάς
• componer
οὔλιον θρῆνον
(αἰνίγματα)
τὴν συγγραφήν
• fabricar
ἐγκύρτια ... ὧν θάτερον αὖ πάλιν διέπλεξεν δίκρουν
1. vlechten, omwinden:
2. overdr.
a. beramen, plotten; componeren.
b. van tijd doorbrengen:
c. milit. omsingelen:
1) dazwischen-, durch-, verflechten, θαυματὰ ἔργα, von Flechtwerk, H.h. Merc. 80 ; τὴν φιλύρην Her. 4.87 ; übertragen, ἀγὴν δ., Winkelzüge machen, Pind. P. 2.82 ; θρῆνον δ., einen Klagegesang kunstvoll anlegen, 12.8 ; βίοτον λιπαρῷ γήραϊ N. 7.99. – Med., διαπλεξαμένη τὰς κόμας Aristaen. 1.25.
2) übertr., βίον, das Leben hinbringen, Ar. Av. 754 ; Plat. Legg. VII.806a ; p. bei Ath. X.458b. Aber bei Her. 5.92.6 = zu Ende flechten, endigen.
3) auseinanderflechten, ausdehnen, ἐκ μέσου ἐς ἔσχατον οὐρανὸν διαπλακεῖσα Plat. Tim. 36e ; στρατόν, auseinanderziehen, Plut. Anton. 46.
- 1weave met. work out σαίνων ποτὶ πάντας ἄταν πάγχυ διαπλέκει P. 2.82 τέχνᾳ, τάν ποτε Παλλὰς ἐφεῦρε θρασειᾶν Γοργόνων οὔλιον θρῆνον διαπλέξαισʼ Ἀθάνα P. 12.8 εἰ γάρ σφισιν ἐμπεδοσθενέα βίοτον ἁρμόσαις ἥβᾳ λιπαρῷ τε γήραι διαπλέκοις εὐδαίμονʼ ἐόντα (sc. Ἡρακλέης) N. 7.99
- Ito interweave, to weave together, plait, Hdt.
- IImetaph., δ. τὸν βίον, Lat. pertexere vitam, to finish the web of oneʼs life, Hdt.: then, simply, to pass life, live, Ar.