διάπλεως
διάπλεως, brim-full
διάπλεως, ων,
- brim-full, τινός Cratin. 280, Plu. Vind. 2.551a: pl., διάπλεα Thphr. CP 2.1.4: fem. διάπλεαι Plu. Tim. 11.
totalmente lleno c. gen.
ὁ τάλαρος ... γάρου
δένδρα ... διάπλεα τροφῆς
πόλεις διάπλεαι κακῶν
ὁ δὲ (Οὐιτέλλιος) ... οἴνου
τὸ πρόσωπον ... ἐρυθήματος
δ. ὁ λογισμὸς ὀργῆς
διά·πλεως, ως, ων, entièrement plein, Crat. (Com. fr. 2, 178) ||
➳ Plur. fém. διάπλεαι, Plut. Tim. 11 ; neutre διάπλεα, Th. C.P. 2, 1, 4.
διάπλεως, att. = διάπλεος, Cratin. bei Ath. II.67c u. Plut., z.B. adv. Stoic. 3.