διαπληκτισμός
διαπληκτισμός, sparring, disputing, wrangling
διαπληκτ-ισμός, ὁ,
- sparring, disputing, wrangling, πρὸς Σωκράτην περί τινος Plu. QConv. 2.710c (pl.); δ. τε καὶ ὀργαί Porph. Marc. 2.
disputa, riña
πρὸς Σωκράτην ... περὶ Ἀγάθωνος
δ. τε καὶ ὀργαί
πρὸς τοὺς γείτονας
πρὸς τὸν ἀδελφόν
διαπληκτισμός, οῦ (ὁ) action d’en venir aux coups, dispute violente, Plut. M. 710c.
διαπληκτισμός, ὁ, Streit, Neckerei, πρὸς τὸν Σωκράτη Plut. Sympos. 7.7.