διάπλοκος
διάπλοκος, interwoven, plaited
διά-πλοκος, ον,
- interwoven, plaited, Hld. 2.3.
entrelazado, trenzado
βοτρύων σχοινιαὶ διάπλοκοι
κρηπὶς ... ἱμάντι φοινικῷ δ.
τὸ μὲν κέρας ... ἀνθινοῖς στεφάνοις δ.
κόμη
ἡμερίδες ... κισσῷ διάπλοκοι καὶ βότρυσι
διάπλοκος, ος, ον, entrelacé, tressé, Hld. 2, 3.
Étym. διαπλέκω.
διάπλοκος, durch-, verflochten, Heliod.