About Report a problem

Menu

διαπληκτικός

διαπληκτικός -ή, -όν

contundente, eficaz πάντων δὲ διαπληκτικώτατον καὶ ἀνυσιμώτατόν ἐστι καστόριον Orib.Ec.72.2.

Saved

Recent