διαπλαστικός
διαπλαστικός, formative
δια-πλαστικός, ή, όν,
- formative, δύναμις Alex.Aphr. Pr. 1.47, Gal. Nat.Fac. 1.6.
1 capaz de tomar forma o ser formado
αἱ τῶν ἐμβρύων διαπλαστικαὶ φύσεις
2 que configura o da forma
δύναμις
δύναμις ... κινητική τε καὶ δ.
ἡ δ. τοῦ κηροῦ ἐνέργεια
γένεσις
οἱ φυσικοὶ λόγοι
• subst. ἡ δ. modelación, conformación
διαπλαστικός, ή, όν, c. πλαστικός, Gal. 3, 71d; A. Aphr. Probl. 66, 5.
Étym. διαπλάσσω.
διαπλαστικός, ausbildend, gestaltend.