δυσάμβατος Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape δῠσ-άμβᾰτος, ον, poet. for δυσανάβατος, πέτραι Simon. 58.2. δυσάμβατος v. δυσανάβατος. δυσάμβατος, v. δυσανάβατος. δυσάμβατος, p. = δυσανάβατος, Simonid. frg. 32 πέτραι.