δυσαμερία Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape δῠσ-ᾱμερία, Dor. for δυσημ-. δυσαμερία v. δυσημερία. δυσαμερία, v. δυσημερία. δυσαμερία -ας, ἡ Dor. voor δυσημερία. δυσαμερία, [σᾱ], ἡ, dor. = δυσημερία.