δυσεξάλειπτος
δυσεξάλειπτος, hard to wipe out
δῠσεξ-άλειπτος [ᾰ], ον,
- hard to wipe out, εὔνοια Plb. 39.3.1; συνήθεια D.S. 3.6; μνήμη Longin. 7.3; ψυχῆς διάθεσις Corn. Rh. p.353 H.
1 difícil de borrar fig.
εὔνοια
συνήθεια
τύποι
μνήμη
ψυχῆς διάθεσις
τὸ γὰρ λυπῆσαν δυσεξάλειπτον
πάθη
2 adv. -ως con dificultad de librarse Sch.Theoc.14.51 (cód.).
δυσ·εξάλειπτος, ος, ον [ῠᾰ] difficile à effacer, fig. Pol. Exc. Vat. p. 460 ; DS. 3, 6 ; Lgn 7, 3 ; Hdn 2, 3.
Étym. δ. ἐξαλείφω.
δυσεξάλειπτος, schwer zu verwischen ; συνήθεια DS. 3.6 ; Herodian. 2.3 ; μνήμη Longin. 7.3.