About Report a problem

Menu

δυσεξάκουστος

δυσεξάκουστος, difficult to hear

δῠσεξ-άκουστος [ᾰ], ον,
  • difficult to hear, τὰ διὰ φωνῆς (sc. παραγγέλματα) Ael. Tact. 35.3.

Saved

Recent