δυσεξερεύνητος
δυσεξερεύνητος, hard to investigate
δῠσεξ-ερεύνητος, ον,
- hard to explore, Arist. Pol. 1330b26.
difícil de explorar, de difícil reconocimiento
ἡ ... οἰκήσεων διάθεσις ... δ. [τοῖς] ἐπιτιθεμένοις
δυσ·εξερεύνητος, ος, ον [ῠ] difficile à découvrir ou à explorer, Arstt. Pol. 7, 11, 6.
Étym. δ. ἐξερευνάω.
δυσεξερεύνητος, schwer auszuspüren, Arist. Polit.
δυσεξερεύνητος
δυσ-εξερεύνητος, ον
- hard to investigate, Arist.