δυσεξεύρετος
δυσεξεύρετος, hard to find out
δῠσεξ-εύρετος, ον,
- hard to find out, Arist. HA 611a26, Plu. Pyth. 2.407f.
difícil de encontrar,
τόποι
σπήλαια
θῆκαι ... δυσεξεύρετοι μακρὰν ἀπαίρουσι τῆς Ἑλλάδος
• fig. difícil de descubrir, recóndito
πάθη
• difícil de inventar c. dat. de pers.
πολλὰ ... τοῖς ἄλλοις δυσεξεύρετα
δυσ·εξεύρετος, ος, ον [ῠ] difficile à trouver, Arstt. H.A. 9, 5 ; Plut. M. 407f.
Étym. δ. ἐξευρίσκω.
δυσεξεύρετος, schwer aufzufinden ; τόποι Arist. H.A. 9.5 u. Sp.