θαλασσοπόρφυρος Save LSJ Pape θᾰλασσο-πόρφῠρος, ον, = ἁλιπόρφυρος, Suid. s.v. ἁλουργά, AB 379. θαλασσοπόρφυρος, meerpurpurn, Erkl. von ἁλιπόρφυρος, B.A. 379.