Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καθαριστής
καθαριστής, tree-pruner
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καθανύω
καθάπαν
καθάπαξ
καθάπερ
καθαπερανεί
καθαπερεί
καθαπλόω
καθαπτής
καθαπτικός
καθάπτομαι
καθαπτός
καθάπτω
καθάρβυλος
καθάρειος
καθαρειότης
καθαρείως
καθάρεσις
καθάρευσις
καθαρευτέον
καθαρευτέος
καθαρεύω
Καθαρή
καθαριεύω
καθαρίζω
καθάριος
καθαριότης
καθαριόω
καθάρισις
καθαρισμός
καθαριστήριον
καθαριστής
καθαρίως
κάθαρμα
καθαρματώδης
καθαρμόζω
καθαρμός
καθάρμοσις
καθαροδίαιτος
καθαρολογέω
καθαροποιέω
καθαρός
καθαρότευκτος
καθαρότης
καθαρουργεῖον
καθαρουργία
καθαρουργικός
καθαρουργός
καθαροφόνος
καθαρπαγή
καθαρπάζω
καθάρσιος
κάθαρσις
καθαρτέον
καθαρτέος
καθαρτήρ
καθαρτήριος
καθαρτής
καθαρτικός
καθάρτρια
κάθαρτρον
καθάρυλλος
…
καθαριστής
Save
καθαριστής, tree-pruner
LSJ
κᾰθαρ-ιστής, οῦ, ὁ,
tree-pruner,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}