Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καθαρίως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καθάπαν
καθάπαξ
καθάπερ
καθαπερανεί
καθαπερεί
καθαπλόω
καθαπτής
καθαπτικός
καθάπτομαι
καθαπτός
καθάπτω
καθάρβυλος
καθάρειος
καθαρειότης
καθαρείως
καθάρεσις
καθάρευσις
καθαρευτέον
καθαρευτέος
καθαρεύω
Καθαρή
καθαριεύω
καθαρίζω
καθάριος
καθαριότης
καθαριόω
καθάρισις
καθαρισμός
καθαριστήριον
καθαριστής
καθαρίως
κάθαρμα
καθαρματώδης
καθαρμόζω
καθαρμός
καθάρμοσις
καθαροδίαιτος
καθαρολογέω
καθαροποιέω
καθαρός
καθαρότευκτος
καθαρότης
καθαρουργεῖον
καθαρουργία
καθαρουργικός
καθαρουργός
καθαροφόνος
καθαρπαγή
καθαρπάζω
καθάρσιος
κάθαρσις
καθαρτέον
καθαρτέος
καθαρτήρ
καθαρτήριος
καθαρτής
καθαρτικός
καθάρτρια
κάθαρτρον
καθάρυλλος
καθαρύλλως
…
καθαρίως
Save
Bailly 2024
καθαρίως
[
ᾰᾰ
]
adv.
proprement,
Xén.
Cyr.
1, 3, 8 ;
Str.
154
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}