καταιγιδώδης
καταιγιδώδης, tempestuous
καταιγ-ῐδώδης, ες,
- tempestuous, πνοαί, ἄνεμοι, Sch. A.R. 1.1016, Eust. 1414.38.
καταιγιδώδης, ες, stürmisch, πνεῦμα Schol. Soph. Ant. 135 u. a.Sp.