μονόκλαυτος
μονόκλαυτος, by one only
μονό-κλαυτος θρῆνος, ὁ, a lament
- made by one only, A. Th. 1069 (anap.).
μονό·κλαυτος, ος, ον, qui pleure ou gémit seul, Eschl. Sept. 1064.
Étym. μ. κλαίω.
μονόκλαυτος, θρῆνος, ὁ, das Klagen des einzeln Weinenden, Aesch. Spt. 1056.
μονόκλαυτος
μονό-κλαυτος θρῆνος, ὁ,
- μονό-κλαυτος, θρῆνος, ὁ, a lament by one only, Aesch.