Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μόνοικος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μονοδέσμη
μονοδεσμία
μονοδιαιτησία
μονοδοξέω
μονόδουπος
μονόδους
μονοδραστικός
μονοδραχμία
μονόδραχμος
μονόδροπος
μονοείδεια
μονοειδής
μονοειδῶς
μονοείλητος
μονοείμων
μόνοζος
μονοζυγής
μονόζυξ
μονόζωνος
μονόζωος
μονόζωστος
μονοημερής
μονοήμερος
μονοημέρως
μονοθελῆται
μονόθεν
μονοθρηνέω
μονόθρονος
μονόθυρος
μονοίκητος
μόνοικος
μονοκάλαμος
μονόκαμπτος
μονόκαυλος
μονοκέλης
μονοκένταυρος
μονοκέρατος
μονόκερος
μονόκερως
μονοκέρως
μονοκέφαλος
μονόκλαδος
μονόκλαυτος
μονοκληρονόμος
μονόκλινον
μονόκλιτος
μονόκλωνος
μονόκνημος
μονοκοίλιος
μονοκοιτέω
μονοκοίτιον
μονόκοιτος
μονόκοκκος
μονοκόνδυλος
μονοκόντιον
μονοκότυλος
μονοκρατής
μονοκρατία
μονοκρατορία
μονοκράτωρ
μονοκρήπις
…
μόνοικος
Save
LSJ
μόν-οικος, ὁ, epith. of Heracles in Southern Gaul,
Str.
4.6.3.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}