ἀνάστεμα Save DGE Bailly 2024 ἀνάστεμα v. ἀνάστημα. ἀνάστεμα, ατος (τὸ) forme réc. c. ἀνάστημα, Spt. Judith 9, 10 ; 12, 8 ; Aqu. 3 Reg. 6, 10.