ἀναπίτνημι
ἀναπίτνημι,
- poet. for ἀναπετάννυμι, inf. -πιτνάμεν Pi. O. 6.27.
1 abrir de par en par
πύλας ὕμνων ἀναπιτνάμεν αὐταῖς
• en v. med. abrirse de par en par
θύραι
2 en v. med. echarse de espaldas
ἀλώπηξ αἰετοῦ ἅ τ' ἀναπιτναμένα ῥόμβον ἴσχει
ἀνα·πίτνημι (inf. poét. ἀναπιτνάμεν) c. ἀναπετάννυμι, Pd. O. 6, 27.
ἀναπίτνημι, p. = ἀναπετάννυμι, Pind. Ol. 6.27 ; Nic. Al. 435 ; – aber ἀλώπηξ ἀναπιτναμένα Pind. I. 3.65, der sich zurückbiegt, = ἀναπίπτουσα.
For Pindar, see also: ἀναπίτναμι