ἀνάπλεος
ἀνάπλεος, quite full of
ἀνάπλεος, α, ον, Att. masc. and neut. ἀνάπλεως, ων, but fem. ἀναπλέα Pl. Phd. 83d:—pl., nom. masc. and fem. ἀνάπλεῳ Pl. Tht. 196e, Eub. 98.8, neut. ἀνάπλεα Arist. de An. 423a27: acc. masc. ἀνάπλεως Pl. R. 516e:—
- quite full of a thing, πτερῶν λέγουσι ἀνάπλεον εἶναι τὸν ἠέρα Hdt. 4.31; ἀ. ψιμυθίου Ar. Ec. 1072, cf. Eub. l.c.; σκότους ἀ. οἱ ὀφθαλμοί Pl. R. 516e, etc.
- II infected, τοῦ σώματος ἀναπλέα [ἡ ψυχή] with the body, Id. Phd. 83d; αὐτὸ τὸ καλὸν μὴ ἀ. σαρκῶν Id. Smp. 211e; ἀ. ἐσμεν τοῦ μὴ καθαρῶς διαλέγεσθαι Id. Tht. 196e.
1 lleno
περὶ δὲ τῶν πτερῶν τῶν Σκύθαι λέγουσι ἀνάπλεον εἶναι τὸν ἠέρα
πίθηκος ἀνάπλεως ψιμυθίου
σκότους ἀνάπλεως ... τοὺς ὀφθαλμούς
χνοῦ ἀνάπλεων
2 fig. contaminado, infectado
(ψυχὴ) τοῦ σώματος ἀναπλέα
αὐτὸ τὸ καλὸν ... μὴ ἀνάπλεων σαρκῶν
πάλαι ἐσμὲν ἀνάπλεῳ τοῦ μὴ καθαρῶς διαλέγεσθαι
ἀνά·πλεος, v. ἀνάπλεως.
ἀνάπλεος, Sp. = ἀνάπλεως, Arist. de an. 2.11.
ἀνάπλεος
- Iquite full of a thing, c. gen., Hdt., Plat.
- IIinfected with or by a thing, c. gen., Plat.