ἀναπλασμός
ἀναπλασμός, building (of fantasies)
ἀνα-πλασμός, ὁ,
- = ἀνάπλασις, ἀ. ἐκ ματαίων ἐλπίδων building of castles in the air, Plu. Cons.Apoll. 2.113d.
- II = ἀνάπλασμα II; ἀ. διανοίας Metrod. Herc. 831.4, S.E. M. 7.223, Mich. in PN 9.21.
1 imaginación, representación
ὁ δὲ μετεωρισμὸς ἀναπλασμός τ[ίς ἐσ]τι διαν[ο]ίας
2 ficción
διὰ τὸν ἐκ τῶν ματαίων ἐλπίδων ἀναπλασμόν
ἀναπλασμός, οῦ (ὁ) fiction, Plut. M. 113d ; Sext. M. 7, 222.
ἀναπλασμός, ὁ, Einbildung, Plut. Cons. ad Apoll. p. 847 ὁ ἐκ τῶν ματαίων ἐλπίδων.