ἀνάπλαστος
ἀνάπλαστος, that may be moulded, plastic
ἀνά-πλαστος, ον,
- that may be moulded, plastic, Gal. 18(1).670.
moldeable, plástico
ἐστὶν ἀνάπλαστος τῶν ὀστῶν οὐσία
ἀνάπλαστος, ος, ον, modelé, façonné, Gal. 12, 430.
Étym. vb. d’ἀναπλάσσω.