ἀναπιτυσμός
ἀναπιτυσμός, spirting out
ἀναπιτ-υσμός, ὁ,
- spirting out, Hero Aut. 4.3; cf. ἀναπυτίζω.
chorro
ἐκ μὲν τοῦ θύρσου ὁ ἀναπιτυσμὸς ἔσται
ἀναπιτυσμός, ὁ, das Ausfließenlassen, Mathem.