ἀναπλήρωμα
ἀναπλήρωμα, filling
ἀναπλήρ-ωμα, ατος, τό,
- filling, Arist. Mir. 833b4; ἐρημίας Phalar. Ep. 98; λόγων Ph. 2.166.
relleno, suplemento
ἐν τοῖς ἐξορυσσομένοις τόποις τῆς γῆς πάλιν ἀναπληρώματα γίγνεσθαι
• c. gen.
ἐρημίας
λόγων
ἀναπλήρωμα, ατος (τὸ) supplément, Arstt. Mir. 4, 4.
Étym. ἀναπληρόω.
ἀναπλήρωμα, τό, die Ausfüllung, Ergänzung, Supplement, Sp ; Flicken, Phot. 493, 16.