ἀναπλωτάζω Save DGE Bailly 2024 ἀναπλωτάζω salir a la superficie ἀναπλωτάζουσα τοῦ ἀέρος ἔφελξις Clem.Al.Paed.2.2.33. ἀνα·πλωτάζω, flotter à la surface, Clém. 187. Étym. ἀνά, πλωτός.