ἐμπόδισις Save LSJ DGE ἐμπόδ-ισις, εως, ἡ, = sq., IG 3.49.14 (Epist. Plotinae). ἐμπόδισις -εως, ἡ impedimento, obstáculo διά τινα ἄλλην τυχικὴν ἐμπόδισιν IG 22.1099.29 (II d.C.), χωρὶς ἐμποδ[ίσεως dud. en SEG 43.763 (Éfeso I d.C.).