ἐμποδισμός
ἐμποδισμός, hindering, impeding
- hindering, impeding, ταῖς βουλήσεσι Arist. Rh. 1378b18; τῶν συμπερασμάτων Id. Top. 161a15; ἡδονῶν Secund. Sent. 10.
impedimento, obstáculo, complicación, traba
ἔστι ... ὁ ἐπηρεασμὸς ἐ. ταῖς βουλήσεσιν
αἱ ... πράξεις ... ἐμποδισμούς τινας ἔσχον
las operaciones sufrieron algunas complicacionesχωρὶς ἐμποδισμοῦ
sin ninguna trabaὅπου ἡ σπουδή, ἐκεῖ καὶ ὁ ἐ.
ἐμποδισμοὶ συμβήσονται τῷ φυγόντι
μηδένα τούτοις ἐμποδισμὸν τῆς ἡλικίας ποιούσης
sin que para ellos la edad sea un impedimentoἐμποδισμοὶ τῶν συμπερασμάτων
ἡδονῶν ἐ.
διὰ οἰκοδομημάτων ἐμποδισμόν
por impedirlo las construcciones