Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διαμαψαμένη
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διαμαρτητέον
διαμαρτία
διαμαρτυρέω
διαμαρτυρία
διαμαρτύρομαι
διαμαρυκάομαι
διαμασάομαι
διαμασάω
διαμάσημα
διαμάσησις
διαμασητέον
διαμασητόν
διαμασητός
διαμασσάομαι
διαμάσσω
διαμαστιγόω
διαμαστίγωσις
διαμαστίζω
διάμαστος
διαμαστροπεύω
διαμασχαλίζω
διαμάττω
διαμαχετέον
διαμαχέω
διαμάχη
διαμάχησις
διαμαχητέον
διαμαχητέος
διαμαχίζομαι
διαμάχομαι
διαμαψαμένη
διαμάω
διάμβαρ
διαμβλώττω
διαμεγέθης
διαμεθίημι
διαμείβω
διαμειδιάω
διάμειπτος
διαμειρακιεύομαι
διάμειψις
διαμελαίνω
διαμελεϊστί
διαμελεοί
διαμελετάω
διαμελίζομαι
διαμελίζω
διαμελισμός
διαμελίστρια
διαμέλλησις
διαμελλησμός
διαμελλητής
διαμέλλω
διαμεμερισμένως
διάμεμπτος
διαμέμφομαι
διαμένω
διαμερές
διαμερής
διαμέρησις
διαμερίζω
…
διαμαψαμένη
Save
LSJ
διαμαψαμένη·
διασμηξαμένη, διαψησαμένη,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}