δυσεντερία
δυσεντερία, dysentery
Could not find δυσεντερίαι in Logeion dictionaries.
δυσεντερίαι Noun: feminine nominative plural, Noun: feminine vocative plural, Noun: feminine dative singular of δυσεντερία
- dysentery, Hp. Aph. 3.12 (pl.), al., Hdt. 8.115, Pl. Ti. 86a (pl.), Arist. Pr. 861b16, etc.
medic. disentería
ἐπιλαβὼν δὲ λοιμός τε τὸν στρατὸν καὶ δ. ... ἔφθειρε
ταλαιπωρεῖν ὑπό τε τοῦ λιμοῦ καὶ τῆς δυσεντερίας
δυσεντερίαι καὶ διάρροιαι
πρὸς δυσεντερίας καὶ τεινεσμούς
τοῦ γὰρ θέρεος δυσεντερίαι τε πολλαὶ ἐμπίπτουσι
ἕως δυσεντερίας γενομένης καὶ κινδυνεύσασα ... ἔτεκε σάρκα ἣν καλοῦσι μύλην
δ. ἐστὶν ἕλκωσις ἐντέρων
ἡπατικὴ δ.
disentería hepática
Strong 1420
*
Rec. for δυσεντέριον (q.v.), Ac 28:8.†
- dysentery, Hdt., Plat.