δεσποτίσκος
δεσποτίσκος, little master
δεσποτ-ίσκος, ὁ, Dim. of δεσπότης, E. Cyc. 267.
dim. de δεσπότης amito E.Cyc.267.
δεσποτίσκος, ου (ὁ) cher petit maître, Eur. Cycl. 267.
Étym. dim. de δεσπότης.
δεσποτίσκος, ὁ, schmeichelndes dim. von δεσπότης, Eur. Cycl. 267.
δεσποτίσκος
Dim. of δεσπότης, Eur.