δεσπότειρα
δεσπότειρα, mistress
δεσπότ-ειρα, ἡ, fem. of δεσπότης,
- mistress, S. Fr. 1040.
dueña de la casa S.Fr.1040.
δεσπότειρα, ας (ἡ) c. δέσποινα, Soph. fr. 868.
δεσπότειρα, ἡ, = δέσποινα, Soph. frg. 868.