δεσπόσυνος
δεσπόσυνος, of or belonging to the master (δεσπότης), arbitrary
- of or belonging to the master or lord, λέχος h.Cer. 144; δόμοι δ. A. Ch. 942 (lyr.); μέλαθρα Ar. Th. 42 (anap.); τὰ δ. χρήματα the masterʼs property, X. Oec. 9.16 (δεσπόσυνα, τά, ib. 14.2, Phld. Oec. p.24 J.); δ. ἀνάγκαι arbitrary rule, A. Pers. 587 (lyr.); also, = τῆς δεσποίνης, γόνατα Tim. Pers. 136.
- II Subst., = δεσπότης, Tyrt. 6.2 (cf. Plu. Lyc. 28), Anaxandr. 41.33 (anap.), GDI 4334 (Megiste).
- 2 = verna, Eust. 846.13.
I
1 del señor o del amo de la casa
λέχος
οὐδ' ἔτι δασμοφοροῦσιν δεσποσύνοισιν ἀνάγκαις
ya no pagan tributo por imposición del amoδόμοι
μέλαθρα
χρήματα
ὃν ἐπόθησεν δεσποσύνη τύχη
• de la señora
πρὸς μελαμπεταλοχίτωνα Ματρὸς οὐρείας δεσπόσυνα γόνατα πεσεῖν
δεσπόσυνος μὲν εὕρηται παρ' Εὐριπίδῃ, οὐ μὴν δὲ καὶ δεσποσύνη
• neutr. como subst. τὰ δ. bienes del amo
ἀπέχεσθαι τῶν δεσποσύνων
• en lit. crist. del Señor dicho de los parientes de Cristo
δεσπόσυνοι καλούμενοι διὰ τὴν πρὸς τὸ σωτήριον γένος συνάφειαν
2 propio de un rey, regio
κίονες
II subst. ὁ δ.
1 señor, amo
δεσποσύνοισι φέροντες ἀναγκαίης ὑπὸ λυγρῆς ἥμισυ παντός
παρὰ δεσποσύνοις τοῖς ἡμετέροις
Πολέμα Λυσιμάχω τῶ ἑαυτῆς δεσποσύνω ἥρωι
τοῦ παιδὸς χρῄζων ἦλθεν ὁ δ.
• hijo del amo
τὸν δεσπόσυνον προγραφέντα ἐφύλασσεν
ὁ νεώτερος δεσπότης δ. καὶ τρόφιμος
2 milit. jefe como equiv. poét. de ἔπαρχος:
οὐε]τράνων εἴλης δ. [Γαλατ]ῶν
trad. de lat. praefectus alae ueteranae Gallicae
3 esclavo de nacimiento
δοῦλοι ... τραφέντες ἐν οἰκίαις δεσποτῶν οὐ τρόφιμοι καλοῦνται, ἀλλὰ δεσπόσυνοι ἢ δεσπόσιοι
1. van de heer
2. subst.
1) dem Hausherrn gehörig, λέχος H.h. Cer. 144 ; μέλαθρα Ar. Th. 42 ; χρήματα Xen. Oec. 9.16 ; ohne Zusatz, τὰ δ., das Eigentum des Herrn, 14.2 ; ὁ δ., der Sohn des Hausherrn, filius herilis, Ath. IV.131c ; App. B.C. 4.44 ; der Herr selbst, Tyrt. bei Paus. 4.14.5 ; παρὰ δεσποσύνοις τοῖς ἡμετέροις Anaxandr. Ath. IV.131 (v. 33); vgl. Plut. Lyc. 28, wo die Lesart schwankt zwischen τοὺς δεσποσύνους u. τὰς -ύνας.
2) königlich, ἀνάγκαι Aesch. Pers. 587.
- 1of a king σὺν ὀρθαῖς κιόνεσσιν δεσποσύναισιν ἐρειδομένα μόχθον ἄλλοις ἀμφέπει δύστανον ἐν τείχεσιν (sc. δρῦς) P. 4.267
- Iof or belonging to the master or lord, Hhymn., Aesch.; δ. ἀνάγκαι arbitrary rule, Aesch.
- IISubst. = δεσπότης, Tyrtae.