δεσπότειος
δεσπότ-ειος, α, ον,
- = δεσπόσυνος, Lyc. 1183.
del amo de la casa
ψευδήριον ... ταῖς δεσποτείαις ὠλέναις ὠγκωμένον
δεσπότειος, α, ον, qui concerne le maître, du maître, Lyc. 1183.
δεσπότειος, = δεσπόσυνος, ὠλέναι Lycophr. 1183.