δεσποτίδιον
δεσποτ-ίδιον, τό, Dim. of δεσπότης, Aristaenet. 1.24.
dim. de δεσπότης amito en sent. erót.
ὦ ἐμὸν δ.
δεσποτίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] dim. de δεσπότης, Aristén. 1, 24.
δεσποτίδιον, τό, dim. zu δεσπότης, Aristaen. 1.24.