διάπλασμα
διάπλασμα, model, shape
διά-πλασμα, ατος, τό,
- model, shape, or perh. modelled jug, Sch. Ar. V. 614.
forma, figura
ἄτοπον γάρ ἐστιν ἀνθρώπου ψήγειν τὸν νοῦν διὰ τὸ δ. τοῦ τύπου
ἄρρεν δ. καὶ θῆλυ
δ. διδασκαλεῖόν ἐστι τοῦ τέλους
διάπλασμα, τό, das Gebildete, Schol. Ar. Vesp. 614.