δίαιτα
δίαιτα, a way of living, mode of life
- way of living, mode of life, τὰ τῆς οἴκοι δ. S. OC 352; πτωχῷ δ. ib. 751; σκληρὰς δ. ἐκπονεῖν E. Fr. 525.5; δ. εὐτελέστεραι X. Cyr. 1.3.2; δ. ἔχειν A. Pr. 490; δίαιταν ἔχειν ἐν Κροίσου, παρὰ τῇσι γυναιξί, Hdt. 1.36, 136; ξυνήθη τὴν δ. μεθʼ ὅπλων ποιεῖσθαι Th. 1.6; δ. ποιεῖσθαι ἐν ὕδατι pass oneʼs life, Hdt. 2.68 (but δ. ἐποιήσατο τῶν παίδων he made them live, Id. 2.2); δ. τῆς ζόης μεταβάλλειν Id. 1.157, cf. Th. 2.16; παρὰ τὴν δ. at table, Ath. 12.519b.
- 2 δίαιτα τοῦ οὐρανοῦ· τὸ φαγεῖν, τὸ πιεῖν, Hsch.
- II dwelling, abode, Arist. EN 1096a27; κοινὴ θεῶν ἁπάντων δ. OGI 383.27 (i B.C.); δ. πολιτικαί public buildings, J. AJ 15.9.6; room (or, more often, suite of rooms), Ar. Ra. 114, CIG 3268 (prob. Smyrna), Plu. Publ. 15; τὰς τῶν θεραπόντων δ. Id. Curios. 2.515f; sailors’ quarters in a ship, Moschion ap. Ath. 5.207c; of fishes, Arist. Mu. 398b32.
- 2 Medic., prescribed manner of life, regimen, Hp. Vict. 1.1, Pl. R. 404a, etc.; esp. of diet, Hp. Fract. 36, Gal. Thras. 35, etc.
- b state, condition, ἕλκεος Aret. SD 2.4.
- III at Athens and elsewhere, arbitration, S. El. 1073 (lyr.), Lex ap. And. 1.87; opp. δίκη, Arist. Rh. 1374b20; ἐμμένειν τῇ δ. Ar. V. 524; δίαιταν ἐπιτρέψαι τινί Lys. 32.2, Isoc. 18.13, Is. 5.31 (prob.l.); ὀφλεῖν τὴν δ. to have judgement against one, D. 29.58.
- 2 the office of arbiter, δ. λαβεῖν Hyp. Eux. 31.
- IV discussion, investigation, ταῦτα μακροτέρας ἐστὶ δ. Str. 1.1.7; δ. ποιήσασθαι περί τινος 15.1.10. (Cf. διαιτάω.)
I
1 vida, género de vida, modo de vivir
ἀμόχθητος
πτωχὸς δ.
vida de mendigoσκληρά
ἡ εἰωθυῖα δ.
la vida habitualἡ καθημερινὴ δ.
εὐτελής
ἡ ὕπαιθρος ... δ.
la vida al aire libreἀποιχομένων ἀνδρῶν δ.
ἔρως βίου διαίτης τέ σου
el amor por tu vida y tu forma de vidaδίαιταν ἔχειν
tener un género de vida, e.e. llevar una vidaδίαιταν τῆς ζόης μεταβάλλειν
cambiar el género de vidaξυνήθη τὴν δίαιταν μεθ' ὅπλων ποιεῖσθαι
hacer la vida ordinaria armadosunido a φύσις
ζῷα ... οὔτε ἰδέαν ἀλλήλοις ἐοικότα οὔτε δίαιταν
ἡ κατὰ τὴν δίαιταν ἐπιμέλεια
el cuidado conforme al régimen establecido
• fig.
φιλοτάσιος δ.
amorosa convivencia
2 medic., gener. dieta, régimen de alimentos y ejercicios
• esp. dieta alimenticia Hp.Fract.36, Aph.1.7, 8, Hdt.3.23, Arist.Phgn.808b23, Plu.Alex.8, Gal.5.872,
περὶ διαίτης ἢ διαιτητικόν
tít. de una obra de Demócritoπερὶ διαίτης
tít. de una obra de Hipócratesπερὶ διαίτης ὀξέων
tít. de una obra de Hipócrates
3 sustento
οὐδὲ (ταράσσοντες) πόντιον ὕδωρ κεινὰν παρὰ δίαιταν
ni (removiendo) el agua del mar para su escaso sustento
• comida
παρὰ τὴν δίαιταν
durante la comida
4 estado, situación
τοῦ ἕλκεος
II concr.
1 alojamiento, residencia
ὁδούς, πόλεις, διαίτας, πανδοκευτρίας
• δίαιταν ἔχειν alojarse
ἐν Κροίσου
παρὰ τῇσι γυναιξί
ὠστρακισμένος καὶ ἔχων δίαιταν ἐν Ἄργει
• δίαιταν ποιεῖσθαι pasar la vida o parte de la vida
ἐν ὕδατι
del cocodriloἐν τῷ ἀέρι
ποιεῖσθαι ... τὸ καθ' ἡμέραν τὴν δίαιταν ἐπὶ τῶν πυλώνων
pasar el día en los portillos
• gener. morada
ἀδικία δὲ ἐν διαίτῃ σοῦ μὴ αὐλισθήτω
ἡ δ. τῆς σκηνῆς σου
κοινὴ θεῶν ἁπάντων ... δ.
• refugio, guarida
2 habitación, estancia
διακοσμῶν (τὴν πόλιν) βασιλείοις ... καὶ διαίταις πολιτικαῖς
adornando la ciudad con un palacio y estancias oficialesαἱ τῶν θεραπόντων δίαιται
παλλακίδων δ.
• sala
• cabina, camarote
III jur., en Atenas y otros lugares juicio arbitral, arbitraje
τὰς δὲ δίκας καὶ τὰς διαίτας κυρίας εἶναι
op. δίκη
op. κρίσις
ἐμμένειν τῇ διαίτῃ
permanecer fiel al arbitrajeἐπιτρέψαι δίαιταν
someterse a un arbitrajeὀφλεῖν τὴν δίαιταν
recibir sentencia condenatoria en un arbitrajeδιέτης (l. διαί-) γενομένης μεταξὺ Θαήσιος ... καὶ τῶν κληρο[ν]όμων Βησαρίωνος
ὑπὲρ λόγου διαίτης
Κυριακὸν ... ἀπελθεῖν εἰς δίαιταν μετὰ τῆς γραμματηφό[ρου γυναικό]ς
que Ciriaco se someta a arbitraje con la portadora de esta cartaἀπαντῆσαι αὐτοὺς εἰς δίαιταν παρὰ Σερὴν τῷ ... πρεσβυτέρῳ τῆς ἁγίας ἐκκλησίας
δίαιταν κινῆσαι κατὰ σοῦ ταύτης ἕνεκεν τῆς ὑποθέσεως
τὰ ἀπὸ διαίτης ποιεῖν
cumplir lo decidido en el arbitraje
IV discusión, investigación
ταῦτα μὲν μακροτέρας ἐστὶ διαίτης
esto merece una investigación más ampliaἐποιησάμεθα δ' ἡμεῖς ... περὶ γεωγραφίας δίαιταν
•Deriv. posverbal de
1. levenswijze:
2. verblijf(plaats):
3. jur. uitspraak (van scheidsrechter):
1) Lebensart, Leben ; Pind. Ol. 2.71 ; P. 1.93 ; δίαιταν τῆς ζόης μετέβαλον Her. 1.157 ; vgl. 153 ; Thuc. 2.16 ; εἴ τι τῆς εἰωθυίας διαίτης ἐκβαίη Plat. Rep. III.406b ; bes. in medizinischer Beziehung, vom Arzte vorgeschriebene Lebensweise, Thuc. 2.51 ; ἐν διαίταις σωμάτων Plat. Legg. VII.797d ; τοὺς φύσει τε καὶ διαίτῃ ὑγιεινῶς ἔχοντας τὰ σώματα Rep. III.407c ; auch in moralischer Beziehung, καὶ φιλοσοφία Phaedr. 256a. – Dah.
a) Lebensunterhalt, Lebensbedürfnisse ; πτωχή Soph. O.C. 751 ; εὐτελής Xen. Cyr. 1.3.2 ; Mem. 1.6.5 u. sonst ; ἐπὶ διαίτῃ, παρὰ τὴν δίαιταν, bei Tisch, Sp., Ath. XII.519b.
b) der Aufenthalts-, Wohnort, Ar. Av. 412 ; δίαιταν ποιεῖσθαι ἐν ὕδατι Her. 2.68 ; ἔχειν ἐν Κροίσου 1.35 ; ἐν Ἄργει Thuc. 1.135 ; vgl. Xen. Cyr. 8.6.11 ; ἐν τόπῳ δίαιτα Arist. 1.6.4, u. a.Sp., wie Plut. Poplic. 15, der es auch für »Zimmer« braucht.
2) das Schiedsrichteramt, schiedsrichterliche Entscheidung ; Plat. Legg. VI.766d ; Andoc. 1.88 ; δίαιταν ἐπιτρέψαι τινί, Dem. 59.45 ; ὀφλεῖν, verurteilt sein, 29.58, u. sonst bei den Rednern.
- a way of life, livelihood οὐ χθόνα ταράσσοντες ἐν χερὸς ἀκμᾷ οὐδὲ πόντιον ὕδωρ κενεὰν παρὰ δίαιταν O. 2.65
- b manner of life ὀπιθόμβροτον αὔχημα δόξας οἶον ἀποιχομένων ἀνδρῶν δίαιταν μανύει P. 1.93
- Ia way of living, mode of life, Hdt., Soph., etc.; δ. ποιεῖσθαι to pass oneʼs life, Hdt.
- 2a dwelling, abode, room, Ar.
- IIat Athens, arbitration, Soph., Ar., Oratt.
-
…ἔχει. Οἱ μέν τοι ὕστερον ἐπιδιασκευάσαντες, ἰητρικώτερον δή τι ἐπῆλθον περὶ τῶν προσοιστέων ἑκάστοισιν · ἀτὰρ οὐδὲ περὶ διαίτης οἱ ἀρχαῖοι ξυνέγραψαν οὐδὲν ἄξιον λόγου, καίτοι μέγα τοῦτο παρῆκαν. Τὰς μέντοι πολυτροπίας τὰς ἐν ἑκάστῃ τῶν νούσων…
Hippocrates, Regimen in Acute Diseases
-
…τῶν ποτὲ καὶ ἐς πάντας ὁμοίων διαιτημάτων. ἐν τοῖς πρῶτοι δὲ Ἀθηναῖοι τόν τε σίδηρον κατέθεντο καὶ ἀνειμένῃ τῇ διαίτῃ ἐς τὸ τρυφερώτερον μετέστησαν. καὶ οἱ πρεσβύτεροι αὐτοῖς τῶν εὐδαιμόνων διὰ τὸ ἁβροδίαιτον οὐ πολὺς χρόνος ἐπειδὴ χιτῶνάς τε…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…πάντες αὐτοὺς εὐδαιμονίζοντες πρὸς τοὺς οἰκείους ἕκαστοι διδόασιν ἐπιστολάς · οὕτως βεβαίαν καὶ ἀληθεστάτην ταῖς ψυχαῖς τὴν μετʼ ἀλλήλων εἶναι δίαιταν πεπιστεύκασιν. οἱ δʼ ἐπειδὰν ἐπακούσωσι τῶν ἐντεταλμένων αὐτοῖς, πυρὶ τὸ σῶμα παραδόντες, ὅπως δὴ καὶ καθαρωτάτην ἀποκρίνωσι…
Flavius Josephus, Jewish War
-
…καὶ ἀληθίζεσθαι. πρὶν δὲ ἢ πενταέτης γένηται, οὐκ ἀπικνέεται ἐς ὄψιν τῷ πατρί, ἀλλὰ παρὰ τῇσι γυναιξὶ δίαιταν ἔχει. τοῦδε δὲ εἵνεκα τοῦτο οὕτω ποιέεται, ἵνα ἢν ἀποθάνῃ τρεφόμενος, μηδεμίαν ἄσην τῷ πατρὶ προσβάλῃ .…
Herodotus, The Histories
-
…, πολλῶν λόγων λεγομένων, ὅδε μοι ὁ πιθανώτατος εἴρηται. Μασσαγέται δὲ ἐσθῆτά τε ὁμοίην τῇ Σκυθικῇ φορέουσι καὶ δίαιταν ἔχουσι, ἱππόται δέ εἰσι καὶ ἄνιπποι ἀμφοτέρων γὰρ μετέχουσι καὶ τοξόται τε καὶ αἰχμοφόροι, σαγάρις νομίζοντες ἔχειν .…
Herodotus, The Histories
-
…καὶ χαλεπῶς ἔφερον οἰκίας τε καταλείποντες καὶ ἱερὰ ἃ διὰ παντὸς ἦν αὐτοῖς ἐκ τῆς κατὰ τὸ ἀρχαῖον πολιτείας πάτρια δίαιτάν τε μέλλοντες μεταβάλλειν καὶ οὐδὲν ἄλλο ἢ πόλιν τὴν αὑτοῦ ἀπολείπων ἕκαστος. ἐπειδή τε ἀφίκοντο ἐς τὸ ἄστυ ,…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…ἔνθα ἀμηχανήσεις χρήματος οὐδενὸς μένων ἐν ἡμετέρου, συμφορήν τε ταύτην ὡς κουφότατα φέρων κερδανέεις πλεῖστον. ὁ μὲν δὴ δίαιταν εἶχε ἐν Κροίσου. ἐν δὲ τῷ αὐτῷ χρόνῳ τούτῳ ἐν τῷ Μυσίῳ Ὀλύμπῳ ὑὸς χρῆμα γίνεται μέγα · ὁρμώμενος…
Herodotus, The Histories
-
…τοῦ καρποῦ μᾶλλον μεθύσκεσθαι, ἐς ὃ ἐς ὄρχησίν τε ἀνίστασθαι καὶ ἐς ἀοιδὴν ἀπικνέεσθαι. τούτων μὲν αὕτη λέγεται δίαιτα εἶναι. ὁ δὲ Ἀράξης ποταμὸς ῥέει μὲν ἐκ Ματιηνῶν, ὅθεν περ ὁ Γύνδης τὸν ἐς τὰς διώρυχας τὰς…
Herodotus, The Histories
-
…ἐν Σάρδισι, πρῶτα μὲν τοὺς Λυδοὺς ἠνάγκασε τὰς Κύρου ἐντολὰς ἐπιτελέειν, ἐκ τούτου δὲ κελευσμοσύνης Λυδοὶ τὴν πᾶσαν δίαιταν τῆς ζόης μετέβαλον. Μαζάρης δὲ μετὰ τοῦτο ἔπεμπε ἐς τὴν Κύμην ἀγγέλους ἐκδιδόναι κελεύων Πακτύην. οἱ δὲ Κυμαῖοι…
Herodotus, The Histories
-
…ποσῷ τὸ μέτριον, καὶ ἐν τῷ πρός τι τὸ χρήσιμον, καὶ ἐν χρόνῳ καιρός, καὶ ἐν τόπῳ δίαιτα καὶ ἕτερα τοιαῦτα, δῆλον ὡς οὐκ ἂν εἴη κοινόν τι καθόλου καὶ ἕν · οὐ γὰρ ἂν ἐλέγετʼ ἐν…
Aristotle, Nicomachean Ethics