διαισχύνομαι
διαισχύνομαι, strengthd. for αἰσχύνομαι, Luc. Electr. 3.
avergonzarse mucho
ἐσιώπησα διαισχυνθείς
δι·αισχύνομαι (ao. part. -υνθείς) être tout à fait confus, Luc. Electr. 3.
διαισχύνομαι, sich sehr schämen, Luc. electr. 2.
διαισχύνομαι
strengthd. for αἰσχύνομαι Luc.